Από την Ιερά Μητρόπολη Χαλκίδος και τους συνεργαζόμενους Φορείς Ιατρικό Σύλλογο Ευβοίας, Φαρμακευτικό Σύλλογο Ευβοίας και το Τοπικό Παράρτημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ανακοινώνεται ότι τα δύο ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ – ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ (Χαλκίδος και Ιστιαίας), στα οποία εξυπηρετούνται συνολικά 300 άνεργοι και ανασφάλιστοι συνάνθρωποί μας, λειτουργούν από 1ης Οκτωβρίου 2014, ως εξής: Α. Κοινωνικό Ιατρείο – Φαρμακείο Χαλκίδος Στο κτίριο της Οικογενείας Αγγέλου Πνευματικού – Ευεργέτου της Ι. Μητροπόλεως, επί της οδού Μεσσαπίων 10 στη Χαλκίδα, κατά τις ημέρες Δευτέρα και Τετάρτη, από 15:00 έως 16:00 μ.μ..Β. Κοινωνικό Ιατρείο – Φαρμακείο Βορείου Ευβοίας:Στο κτίριο του ΚΕ.Σ.Ο. Ιστιαίας (Άνω Πλάτανος), κάθε Τετάρτη, από 17.00 έως 18.00 μ.μ.-Η Τράπεζα Τροφίμων και Ενδυμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος,λειτουργεί στο κέντρο της Χαλκίδας, σε ισόγειο κατάστημα επί της οδού Αντωνίου 15. Οι ημέρες και ώρες λειτουργίας της Τράπεζας παραμένουν οι κάτωθι:Δευτέρα: 10.00 π.μ. – 2.00 μ.μ.Τρίτη: 4.00 – 8.00 μ.μ.Τετάρτη: 10.00 π.μ. –2.00 μ.μ.Πέμπτη: 4.00 – 8.00 μ.μ.Παρασκευή: 4.00 – 8.00 μ.μ.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Το ''ύστατο χαίρε'' στην Γερόντισσα Ευφροσύνη (ΦΩΤΟ)


mpoysias-5
Του Δρ. Χαραλάμπη Μ. Μπούσια | Romfea.gr
Ἡ οὐρανοδρόμος πορεία τῆς Γερόντισσας Εὐφροσύνης Γεωργουλοπούλου ἔφτασε στὸ τέλος της. Ἡ μεγάλη διδασκάλισσα τῆς ἑλληνορθόδοξης ἀγωγῆς καὶ τῆς κατὰ Χριστὸν τελειώσεως ἀπεδήμησε πρὸς «Ὃν ἠγάπησε παιδιόθεν», πρὸς τὸν Νυμφίο τῆς καρδιᾶς της, τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ.
Ἀγωνίσθηκε τὸν καλὸν ἀγῶνα ἀσταμάτητα ἀπὸ διάφορες πνευματικὲς ἐπάλξεις καὶ τώρα ἀναμένει «τὸν τῆς δικαιοσύνης στέφανον» (Β΄ Τιμ. δ΄ 8), τὸν ὁποῖο ἀπονέμει ὁ Κύριος σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν. Ἀγάπησε ἡ Γερόνισσα τὸν Χριστό μας καὶ ἀνάλωσε γ’ Αὐτὸν κάθε ἰκμάδα τῆς γήϊνης ζωῆς της.
Ζοῦσε στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀτένιζε τὸν οὐρανό. Εἶχε κλεισμένα τὰ χοϊκά της μάτια στὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἀνοιγμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς της στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα, ἐκεῖ ποὺ συνεχὴς ὁ ἦχος τῶν ἑορταζόντων ὑμνεῖ καὶ δοξάζει τὸ φιλάνθρωπο Κύριο.
Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, τὴν εὔσημη πόλη τῶν Πατρέων, στὴν ὁποία γιὰ πρώτη φορὰ εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Γεννήθηκε τὸ 1926 καὶ ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔδειξε τὴν ἔφεσή της στὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴ θύραθεν παιδεία, αὐτὴ ποὺ σοφίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς μετασκευάζει σὲ εὔχρηστα δοχεῖα τῆς χάριτος, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Παροιμιαστής: «Ἀκούσατε παιδείαν καὶ σοφίσθητε» (Παρ. η΄ 33).
Δίδαξε τὰ ἑλληνορθόδοξα γράμματα ὡς διδασκάλισσα εὐσεβὴς καὶ φιλόπονη σὲ Δημοτικὰ Σχολεῖα τῆς Μακεδονίας μας καὶ στὰ Σχολεῖα τῆς «Ἑλληνικῆς Παιδείας» στὴν Ἀθήνα προσδοκώνας ὄχι γήϊνες τιμὲς καὶ ἀναγνωρίσεις, ἀλλὰ μόνο τὸ «Βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ΄ 14).
Ἡ φλεγόμενη ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ καρδιὰ τῆς μακαριστῆς Γερόντισσας τὴν ὁδήγησε στὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴν Πάτμο, στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἱεραποστόλου τῶν ἡμερῶν μας, τοῦ θαυμαστοῦ ἐπ’ ὁσιότητι βίου Γέροντος Ἀμφιλοχίου Μακρῆ.
Δοσμένη ὁλοκληρωτικὰ στὸν Κύριο καὶ ὁμιλοῦσα πάντοτε «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας» (Ματθ. ιβ΄ 34), ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς στυλοβάτες μετὰ τὸν Γέροντα στὸ Μοναστήρι σχολάζουσα στὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὶς νουθεσίες καὶ προτροπὲς τῶν Ἁγίων Γερόντων, στὰ φιλοκαλλικὰ γράμματα καὶ τὶς γεροντικὲς διηγήσεις.
Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ τροφὴ τὴν ἔθρεφε μὲ τὸ οὐράνιο μάννα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἔθελγε τὴν καρδιά, γιὰ τὴν ἀποστροφή της ἀπὸ κάθε μάταιη σχέση καὶ ἀναζήτηση αὐτῶν ποὺ μένουν αἰώνια.
Τὸ 1985 ἐγκαταστάθηκε στὸ ἱστορικὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους τῶν Λευκῶν, κοντὰ στὸ Αυλωνάρι τῆς Νοτίου Εὐβοίας, Μοναστήρι ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ὅταν ἦταν ἀνδρικό, πέρασαν ὁ Ὅσιος Πορφύριος, ὁ Γέροντας Σίμων Ἀρβανίτης, ὁ Γέροντας τῆς Πεντέλης καὶ γιὰ λίγο ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος Μιχαηλίδης, ὁ Γέροντας τῆς Μονῆς Καλαμίου στὴν Ἐπίδαυρο.
Ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους ἔγινε ἡ μεγάλη πνευματικὴ παλαίστρα τῆς Γερόντισσας Εὐφροσύνης, ἡ μεγάλη ἀσκητική της φωλιά. Σὲ αὐτὸ ἐπιδόθηκε σὲ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες μιμούμενη τὶς παλιὲς ἀσκήτριες τῆς ἐρήμου.
Σ’ αὐτὸ γνώρισε πρακτικὰ γιὰ τριάντα περίπου χρόνια στὴν ὁλότητά της τὴν ἀφιέρωση στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία σὰν στρουθίο «μονάζον ἐπὶ δώματος» (Ψαλμ. 101, 8) καὶ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τοῦ προφητάνακτος: «Ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῶ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ» (Ψαλμ. 101, 7).
Μὲ τὴν ἀμέριστη συνδρομὴ καὶ φροντίδα τοῦ Μητροπολίτου Καρυστίας καὶ Σκύρου κ. Σεραφείμ, στὸ Μοναστήρι αὐτὸ ἡ Γερόντισσα ἔδειξε τὶς ἱκανότητές της στὴν καθοδήγηση ψυχῶν καὶ τὴν διοίκηση τῆς Ἀδελφότητός της.
Ἡ Γερόντισσα Εὐφροσύνη ἦταν δοχεῖο ἀρετῶν. Γνήσιο τέκνο ὑπακοῆς, φιλακόλουθη δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὶς λατρευτικὲς καὶ τὶς προσευχητικὲς ἐκδηλώσεις τοῦ εἰκοσιτετραώρου.
Τὴ χαρακτήριζε τὸ ταπεινό της φρόνημα, ἡ αὐστηρότητά της στὴν καλογερικὴ τάξη, ἡ φιλεργατικότητά της καὶ ἡ καθαρότητα τῶν λογισμῶν της.
Χάρη σ’ αὐτοὺς πάντοτε δικαιολογοῦσε ὅλα τὰ ἔκτροπα καὶ δὲν ἄφηνε τόπο στὴν ψυχή της γιὰ κατάκριση ἢ πονηρὲς σκέψεις.
Κοπίασε ὅσο καμιὰ ἄλλη γιὰ τὴν ἀνόρθωση τοῦ Μοναστηριοῦ της, τὸ ὁποῖο στὶς ἡμέρες της γνώρισε τόσο πνευματικὴ προκοπὴ μοναδική, ὅσο καὶ ἀνακαινιστική, ὅπως ὅλοι μας σήμερα τὸ ἀποθαυμάζουμε.
Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας τὰ θεωροῦσε ζωτικῆς σημασίας καὶ δὲν ἔχανε εὐκαιρία νὰ μετέχει σ’ αὐτὰ καὶ νὰ εἶναι πάντοτε ἕτοιμη, πάντοτε χριστοφόρα.
Ἡ σύντομη ἀσθένεια ποὺ διαγνώσθηκε τὴν ἡμέρα τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τὴν ἔφερε κοντὰ στὸν Μεταμορφωθέντα Κύριο, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνει αἰώνια τὴν δόξα Του, ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ὁμίλησε στὸν ἐπικήδειο λόγο του ὁ Ἅγιος Καρυστίας.
Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὶς 10 Αὐγούστου καὶ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλλη στὶς ἓξ ἡ ὥρα τὸ ἀπόγευμα τῆς ἐνδεκάτης Αὐγούστου στὸ Μοναστήρι της ἐνώπιον τῶν πενθηφορουσῶν μοναζουσῶν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι της καὶ πολλὰ ἄλλα ἑλληνικὰ Μοναστήρια καὶ πλήθους πιστῶν, οἱ ὁποῖοι κατέκλυσαν κάθε ὑπαίθριο χῶρο τοῦ Μοναστηριοῦ.
Πενθηφοροῦντες συμμετεῖχαν τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας, ὁ ἐπιχώριος Μητροπολίτης κ. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ὁμίλησε καὶ σχετικὰ συνδυάζοντας τὴν κοίμηση τῆς Γεροντίσσης μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν, τῆς θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου μας.
Παρέστησαν ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος καὶ ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς κ. Νικόλαος.
Νὰ εὐχηθοῦμε ὅπως ὁ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου κυριεύων Κύριος κατατάξει τὴν ψυχὴν τῆς Γεροντίσσης Ευφροσύνης «ἐν τόπῳ ἀναπαύσεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα λύπη καὶ στεναγμὸς» καὶ ὅπου τάξεις Ἀγγέλων ἀσιγήτως ψάλλουν· Εἶς Ἅγιος, εἶς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. 
Ἀμήν.
 ΠΗΓΗ:http://romfea.gr/ieres-mitropoleis/

mpoysias-1
mpoysias-2
mpoysias-3
mpoysias-4
mpoysias-6
mpoysias-7
mpoysias-8
mpoysias-9

Εγκώμιον εις την κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου (Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης) & Ἐγκώμιο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

 Εγκώμιον εις την κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου (Αγ. Θεόδωρος Στουδίτης)

Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, που να αντηχή δυνατώτερα από ανθρώπινη φωνή και να συγκλονίζη τα πέρατα, απαιτεί ένας λόγος προς τιμήν της ιεράς αυτής ημέρας, αγαπητοί μου. γι’ αυτό και κινδυνεύει ν’ αποτύχη τώρα, καθώς ακούγεται προερχόμενος από το ασθενές φωνητικό μου όργανο. Η Κυρία όμως και Βασίλισσα του παντός, έτσι καθώς είναι αφιλόδοξη, θα δεχτή νομίζω κι αυτόν εδώ τον σύντομο και πενιχρό λόγο που της προσφέρουμε οι δούλοι της, όμοια με εκείνους τους διεξοδικούς και αστραφτερούς των σπουδαίων ομιλητών, με το να παρακινείται σε συμπάθεια από τις προσευχές αυτού που με προστάζει να ομιλήσω. επειδή ακριβώς και ένα μόνο πράγμα προσέχει η φιλάγαθη: την πρόθεσι.

Εμπρός λοιπόν, συνάξου ολόκληρη η οικουμένη, ιεράρχες και ιερείς, μοναχοί και κοσμικοί, βασιλείς και άρχοντες, άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, φυλές και γλώσσες, με όλο μαζί το έθνος και το πλήθος, και αφού αλλάξης τα φορέματα των αρετών σου, «ντυμένη» κι εσύ «στα κρόσσια τα χρυσά και στολισμένη»1, πρόβαλε με πρόσωπο φαιδρό και όλο χαρά γιόρτασε της Κυριοτόκου Μαρίας την εορτή, την επικήδεια συγχρόνως και διαβατήρια. διότι φεύγει από εδώ κάτω και πηγαίνει κοντά στα όρη τα αιώνια, το όρος όντως το Σιών, στο οποίο ευδόκησε ο Θεός να κατοική, όπως ψάλλει η λύρα του ψαλμωδού. Σήμερα λοιπόν ο επίγειος ουρανός περιβαλλόμενος την στολή της αφθαρσίας αποκτά νέα διαμονή, την καλύτερη και αιώνια. Σήμερα η νοητή και θεοφώτιστη σελήνη με το να συμβάλλη στον δίσκο του ηλίου της δικαιοσύνης εκλείπει μεν από την πρόσκαιρη τούτη ζωή, συγχρόνως όμως ανατέλλει και λάμπει με την τιμή της αθανασίας. Σήμερα η ολόχρυση και θεοκατασκεύαστη κιβωτός του αγιάσματος αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματα και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλήμ, για να αναπαυθή αιώνια. Και ο θεοπάτωρ Δαυίδ μας τα τραγουδάει αυτά με την κιθάρα του και αναφωνεί: «Θα προσαχθούν, λέει, παρθένοι», δηλ. ψυχές, «στον βασιλέα, ακολουθώντας πίσω από αυτήν θα προσαχθούν σε Σένα»2.

Τώρα λοιπόν, ενώ έκλεισε τους αισθητούς οφθαλμούς η Θεοτόκος, υψώνει για χάρι μας τους νοητούς, σαν λαμπρούς και μεγάλους φωστήρες που ποτέ ως τώρα δεν βασίλεψαν, για να αγρυπνούν και να εξιλεώνουν τον Θεό υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Τώρα, ενώ στα θεοκίνητα χείλη της εσίγησε ο έναρθρος λόγος, αείλαλο ανοίγει το πρεσβευτικό της στόμα υπέρ όλου του γένους. Τώρα, ενώ συνέστειλε τις σωματικές και θεοφόρες της παλάμες, τις υψώνει άφθαρτες προς τον Δεσπότη υπέρ ολόκληρης της οικουμένης. Τώρα, ενώ μας απέκρυψε τα ηλιοειδή και φυσικά χαρακτηριστικά της, ακτινοβολεί δια μέσου της σκιαγραφίας της εικόνας της και την παρέχει στον λαό προς ασπασμό ευεργετικό και σχετική προσκύνησι, είτε το θέλουν οι αιρετικοί είτε όχι. Ενώ λοιπόν πέταξε επάνω η πάναγνος περιστερά, δεν παύει να φυλάττη τα κάτω. Ενώ εξήλθε του σώματος, με το πνεύμα της είναι μαζί μας. Ενώ οδηγήθηκε στους ουρανούς, εξοστρακίζει από ανάμεσά μας τους δαίμονες μεσιτεύοντας προς τον Κύριο.

Κάποτε, μέσω της προμήτορος Εύας ο θάνατος εισήλθε και κυρίευσε τον κόσμο. τώρα όμως συναντώντας την μακαρία θυγατέρα εκείνης αποκρούστηκε και κατανικήθηκε από το ίδιο εκείνο μέρος απ’ όπου του είχε δοθή η εξουσία. Ας χαρή λοιπόν το γυναικείο φύλο, που αντί ντροπής αποκομίζει δόξα. Ας χαρή και η Εύα, διότι δεν είναι πια κατηραμένη, αλλά έχει να επιδείξη απόγονό της ευλογημένο την Μαρία. Ας σκιρτήση η κτίσις ολόκληρη, καθώς αντλεί μυστικά τα νάματα της αφθαρσίας από την παρθενική πηγή και απαλλάσσεται έτσι από την θανατηφόρα δίψα.
Τέτοια είναι η εορτή που έχουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα είναι τα γεγονότα που υμνολογούμε. Αυτά μας χαρίζει η χριστοανθής ρίζα του Ιεσσαί, η ιερόβλαστη ράβδος του Ααρών, ο νοητός παράδεισος του ξύλου της ζωής, ο έμψυχος λειμώνας των παρθενικών αρωμάτων, η ανθισμένη θεογεώργητη άμπελος του ωρίμου και ζωογόνου βότρυος, ο υψηλός και επηρμένος χερουβικός θρόνος του Παμβασιλέως, ο οίκος ο γεμάτος από την δόξα Κυρίου, το άγιο καταπέτασμα του Χριστού, ο φωτεινότατος τόπος της ανατολής, αυτά μας χαρίζει, καθώς κοιμήθηκε σήμερα εν ειρήνη και δικαιοσύνη. Λέω κοιμήθηκε, όχι όμως και πέθανε. Πέρασε από την γη στον ουρανό, όμως δεν εγκατέλειψε την υπεράσπισι του ανθρωπίνου γένους.

Με ποια λόγια λοιπόν να παραστήσουμε το μυστήριό σου; Αδυνατούμε να το σκεφθούμε. είμαστε ασθενείς για να το εκφράσουμε. ιλλιγγιούμε να το περιγράψουμε. Διότι είναι παράξενο και υψηλό και ανώτερο για κάθε διάνοια. Δεν σχετίζεται και δεν ταιριάζει με κάτι άλλο, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα πράγματα, έτσι ώστε να είμαστε σε θέσι να δώσουμε πρόχειρα τις αποδείξεις από τα γύρω μας πράγματα. Αντίθετα, από τα υπερβατικά και ανώτερά μας κατανοούμε με ευλάβεια όσα αναφέρονται σε σένα, και σε σένα μόνη παραδίδουμε τα υπέρ άνθρωπον. Διότι άλλαξες την φύσι κατά την άρρητη γέννησι. Πού αλλού άκουσε κανείς παρθένο να συλλαμβάνη ασπόρως! Ω θαύμα! Την μητέρα και λεχώνα την βλέπουμε άφθορη παρθένο, επειδή Θεός ήταν αυτό που γέννησε. Το ίδιο λοιπόν και στη ζωηφόρο κοίμησί σου: με το να είσαι διαφορετική από τους υπολοίπους, μόνη εσύ κατέχεις δικαιολογημένα την αφθαρσία και των δύο (ψυχής δηλ. και σώματος).

Ας μας αφηγηθή όμως η Σιών τα παράδοξα εκείνης της ημέρας. Είχε λοιπόν συμπληρωθή το όριο της ζωής. Είχε φθάσει η ώρα του θανάτου. Προγνώρισε σαν μητέρα Θεού η Παναγία τον καιρό της μεταστάσεως. (Και πόσα περισσότερα από τον καθένα που σαν απλός δούλος προφητεύει δεν θα έδινε κανείς, αδελφοί μου φιλόχριστοι, προς την μητέρα του Θεού και ανώτερη από όλους τους προφήτες;)3. Όταν λοιπόν τα αισθάνθηκε αυτά και τα κατάλαβε, τί μας λέει η παράδοσις πως προσευχόταν και παρακαλούσε;

"Έφθασε η ημέρα της εξόδου μου. έφθασε ο χρόνος της ενδημίας μου προς εσένα. Ας παρευρεθούν εδώ αυτοί που θα υπηρετήσουν στον ενταφιασμό μου, Δέσποτα. είθε να σταθούν στο προσκέφαλό μου οι λειτουργοί που θα τελέσουν την κηδεία μου. Και στα μεν χέρια σου να αφήσω το πνεύμα μου, στα δε χέρια των μαθητών σου, για να το ενταφιάσουν, το άψαυστο και θεοδόχο σώμα μου, από όπου ανέτειλες εσύ η αθανασία. Ας παρασταθούν κοντά μου να μου δώσουν χαρά αυτοί που βρίσκονται διεσπαρμένοι στα πέρατα της γης, οι κήρυκες και υπηρέτες του ευαγγελίου σου. Κι αν εσύ ευδόκησες να μετατεθή ζωντανός ακόμη ο δίκαιος Ενώχ στον ουρανό, γιατί έτσι έπρεπε, και ο Θεσβίτης Ηλίας εκ του εμφανούς να ανυψωθή με πύρινο άρμα προς άγνωστες χώρες, για να αναμένουν και οι δύο τον χρόνο της φρικτής και παμφώτεινης δευτέρας παρουσίας σου, και αν πάλι για μια ανάγκη του Δανιήλ εθαυματούργησες, ώστε μέσα σε μια στιγμή ο προφήτης Αββακούμ να μεταφερθή από την Ιερουσαλήμ στην Βαβυλώνα και πάλι να επιστρέψη, τότε τί σου είναι αδύνατο και μόνο αν το θελήσης;"

Αυτά μόλις είπε η πανύμνητος, να που κατέφθασε και η δωδεκάδα των αποστόλων, από διαφορετική κατεύθυνσι ο καθένας, σαν σύννεφα σπρωγμένα από τις πτέρυγες του Πνεύματος, που ήρθαν και στάθηκαν κοντά στη νεφέλη του φωτός. Τί λέγει λοιπόν εκείνη που έχει τα θεϊκά, τα πολλά, τα μεγάλα ονόματα, φέρνοντας, καθώς ήταν ξαπλωμένη, ένα γύρο το βλέμμα της και αντικρύζοντας αυτούς που ζητούσε;

"Ας αγαλλιάση η ψυχή μου για τον Κύριο και αυτό θα γίνη για μένα ευφροσύνη και αίνεσις και μεγαλείο εκ μέρους όλων των εθνών της γης. Διότι μου συγκέντρωσε τα θεμέλια της Εκκλησίας, μου συνάθροισε τους άρχοντες της οικουμένης, τους θαυμαστούς υπηρέτες της κηδείας μου. (Ω μεγαλοφυές θαύμα! Ω έργο μητρικής αφοσιώσεως προς τον υιό! Ω δώρο υιικής σχέσεως προς την μητέρα!). Σαν άλλος ουρανός μου φάνηκε το δωμάτιο, με το να περικλείη μέσα του τους φωστήρες του κόσμου. Ναός Κυρίου φάνηκε η οροφή, που έφερε κοντά μου τους θείους μύστες και ιερουργούς. Δεν θα μελετήση πια η συμμορία των Ιουδαίων να πραγματοποιήση τον εναντίον μου παραλογισμό. Δεν θα οπλίση πια εναντίον μου το θρασύ του χέρι, για να με φονεύση, το συνέδριο των ιερέων. (Διότι κάποτε το είχαν σχεδιάσει και, μαζί με τον Υιό, θα φόνευαν οι αιμοχαρείς και την Μητέρα, αλλά απέτυχαν στον σκοπό τους, γιατί τους εμπόδισε άνωθεν η θεία πρόνοια). Μεταβιβάζομαι σε τόπους κατοικίας απαραβίαστους, όπου δεν μπορεί ο εχθρός να εισαγάγη τις παγίδες της κακίας. όπου θα μπορώ να αντικρύσω την τερπνότητα του Κυρίου και να επισκεφθώ τον Ναόν, εγώ ο παμφώτεινος ναός Του".

Και τί είπαν τότε προς αυτήν οι μακάριοι απόστολοι με λόγια είτε δικά τους είτε διαλεγμένα από τα στόματα των προφητών;

"Χαίρε κλίμαξ που στηρίζεσαι στη γη και φθάνεις στον ουρανό, μέσω της οποίας έγινε η κάθοδος προς ημάς και η άνοδος προς τους ουρανούς του Κυρίου, κατά τον μεγάλο πατριάρχη Ιακώβ4.

Χαίρε βάτε με την τόσο παράδοξη μορφή, από την οποία εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου σε μορφή πύρινης φλόγας και την οποία ενώ η φωτιά έκαιγε, δεν την κατέκαιε, κατά τον μεγάλο θεόπτη Μωυσή5.

Χαίρε ο θεοδέγμων πόκος, από τον οποίο στράγγισε η ουράνια δρόσος, μία γεμάτη λεκάνη νερό, κατά τον θαυμασιώτατο Γεδεών6.

Χαίρε πόλις του βασιλέως του μεγάλου7, την οποία θαυμάζουν και μεγαλύνουν οι βασιλείς8 μαζί με τον ασματογράφο Δαυίδ.

Χαίρε η νοητή Βηθλεέμ, ο οίκος του Εφραθά, απ’ όπου εξήλθε ο βασιλεύς της δόξης, για να καταστή

Λόγος εις την Κοίμησην της Θεοτόκου (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

…Αν ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια, πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες.

Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ' αυτή θαυμασίων.


Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις, που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν.

Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως.

Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο.

Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος.

Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει

«Ἐπὶ σοὶ Χαίρει, Κεχαριτωμένη. Πᾶσα ἡ κτίσις» Φώτης Κόντογλου


Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου


«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».

Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».

Παναγία εἶναι ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Κυριακή Θ’ Ματθαίου: Ομιλία 32η στο Ευαγγέλιο με θέμα την καθησύχαση της τρικυμίας όπου γίνεται λόγος και για τους πειρασμούς (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα όσοι αυτόν τον καιρό πιέζονται από θλίψεις, όσοι απελπίζονται και νιώθουν απόγνωση.

(Ματθ. 14, 22-34)

Ο άγιος Γρηγόριος ερμη­νεύει και αυτή τη διήγηση με την αναγωγική μέθοδο. Ιστορικά αυτή αποτελεί έκθεση του θαύματος της ηρέμησης των κυμάτων, ηθικά όμως υποδηλώνει την μέσω των πειρασμών τελειοποίηση της πίστεως, ενώ αναγωγικά παριστάνει τη δυσκολία του έργου των Αποστόλων στον εθνικό κόσμο. Ο Ιησούς Χρι­στός ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να μεταβούν στην απέναντι όχθη πριν από αυτόν. Αφού έθρεψε προηγουμέ­νως σωματικά τις πέντε χιλιάδες, αποστέλλει τώρα τους μαθητές στην τρικυμιώδη θάλασσα των Εθνικών, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, αντιμετωπίζοντας παντός είδους πειρασμούς. Η γνη­σιότητα της πίστεως στον Θεό χαρίζει υπομονή στους πειρα­σμούς, και αυτή πάλι τελειοποιεί την πίστη. Οι άνθρωποι βέβαια λυπούνται για τους πειρασμούς, που έπρεπε να χαίρονται, και «παρ’ εμού», λέγει ο ομιλητής, «ταύτην μάλιστα ζητείτε την άνεσιν των σωματικών πειρασμών, ης εγώ μάλλον καταφρονήσας προς ύμας ήλθον συμπάσχειν υμίν αιρούμενος». Ήταν περίο­δος θλίψεως των Θεσσαλονικέων, πιθανώς λόγω πολιορκίας.


1. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει, «να το θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη χαρά εάν περιπέσετε σε διάφορους πειρασμούς». Δεν είπε απλώς να "χαίρεσθε", αλλά «να το θεωρήσετε μεγάλη χαρά», πα­ραινώντας όχι να είναι κανείς αναίσθη­τος προς τα οδυνηρά πράγματα, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισηγείται να θεωρεί επικρατέστερο τον θεάρεστο λογισμό. Είπε, «κάθε χαρά», δηλαδή τέλεια, μέγιστη, ανελλιπή, και μάλιστα όταν οι πειρασμοί είναι ποικίλοι. Γιατί; Επειδή με την υπομονή των πειρασμών γυμναζόμαστε και γινόμαστε και δοκιμώτεροι στα σχετικά με τον Θεό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αναγνωριζόμαστε ως ευδόκιμοι. Γιατί αυτό λέγει και η Σοφία Σολομώντος για τους αγίους· «ότι υπέβαλε ο Θεός αυτούς σε δοκιμασίες και τους βρήκε άξιους του εαυτού του». Αρα λοιπόν δεν είναι γι' αυτούς ο πειρασμός αυτός άξιος κάθε χαράς; Αυτό αφού είπε και ο Θεός προς τον Ιώβ, τον απάλλαξε από τη λύπη για τον πειρασμό, λέγοντας· «νομίζεις ότι για άλλο λόγο σε μεταχειρίσθηκα έτσι, και όχι για να αποδειχθείς δίκαιος;». Τί ήθελε να του πει με αυτό; Σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμά­σω την πίστη σου προς εμένα, σε ευεξία, σε καλή φήμη και ευπορία, και φάνηκες δίκαιος, συμπεριφερόμενος ως προς αυτά σύμ­φωνα με το θέλημά μου, προς εμένα που σου τα πρόσφερα, δια­χειριζόμενος και διοικώντας αυτά όπως εγώ ήθελα· σε μεταχειρί­σθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου σε μένα, σε καχεξία, σε αδοξία, σε απορία, και φάνηκες δίκαιος, λέγοντας· «αν δεχθή­καμε τα αγαθά από τα χέρια τού Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπο­μείναμε;».

2. Από πού λοιπόν προέρχεται η υπομονή στους πειρασμούς; Από τη γνησιότητα της πίστεως στον Θεό. Ώστε οι πειρασμοί είναι μέσα δοκιμασίας των πιστών. Γι' αυτό ο αδελφός τού Κυ­ρίου

Ο Απόστολος της Κυριακής - Θ´ Ματθαίου

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΕΔΩ:http://radioimchalk.blogspot.gr/2011/08/blog-post_11.html

 Θ´ Επιστολή

(Α´ Κορ. γ´ 9-17)
Αδελφοί, Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ·
θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾿Ιησοῦς Χριστός. Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; Εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Αδελφοί, ἐμεῖς εἴμαστε συνεργάτες στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ κι ἐσεῖς τὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ, τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὸ εἰδικὸ χάρισμα ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ὡς ἔμπειρος

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΡΜΑ ΦΥΛΛΩΝ ΧΑΛΚΙΔΟΣ

Από την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου ΑΡΜΑ Φύλλων ανακοινώνεται ότι, χάριτι Θεού, θα τελεσθεί ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ, για την μεγάλη Θεομητορική Εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, την ΤΕΤΑΡΤΗ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014, από τους Πατέρες της Ιεράς Μονής, κατά την διάρκεια της οποίας θά ψαλλούν και τα Ιερά Εγκώμια, ενώπιον του ανθοστόλιστου ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ.
Ώρα ενάρξεως: 8.30 μ.μ.
Πέρας Θείας Λειτουργίας: 12.30 π.μ.
Καλούνται οι ευλαβείς χριστιανοί να προσέλθουν και να λάβουν την Χάρη και την ευλογία του Τριαδικού Θεού, δια των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΕΠΗΚΟΟΥ ΨΑΧΝΩΝ

Γίνεται γνωστό στους ευσεβείς χριστιανούς ότι ανήμερα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014), στην ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΕΠΗΚΟΟΥ ΨΑΧΝΩΝ, τελείται στις 7.30 το απόγευμα, σύμφωνα με παλαιά παράδοση, Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός με θείο Κήρυγμα, ψάλλονται τα Εγκώμια για την Κοίμηση της Θεοτόκου και λιτανεύεται ὁ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, σύμφωνα με την τάξη του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Καλούνται οι ευλαβείς χριστιανοί μας να προσέλθουν στο ταπεινό, μα τόσο φιλόξενο Μοναστηράκι της Παναγίας μας, για να λάβουν τη Χάρη του Τριαδικού Θεού, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και Μητέρας πάντων ημών.
 

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Κυριακή Η' Ματθαίου: Λόγος εις τους εκ πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους (Όσιος Βασίλειος επίσκ. Σελευκείας)

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. Ι δ. 14 – 22

Τω καιρώ εκείνω, εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς, και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οψίας δέ γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες» έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν, απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. Ο δέ Ιησούς είπεν αυτοίς» ου χρείαν έχουσιν απελθείν, δότε αυτοίς υμείς φαγείν. Οι δέ λέγουσιν Αυτώ» ουκ έχομεν ώδε ει μή πέντε άρτους και δύο ιχθύας. Ο δέ είπε» φέρετέ μοι αυτούς ώδε. Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επι τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν, ευλόγησε και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δέ μαθηταί τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οι δέ εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων. Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς Αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους.


Απόδοση:

Όταν βγήκε στη στεριά, είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια», του απαντούν. «Φέρτε μού τα εδώ», τους λέει. Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στο πλήθος. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Αμέσως ύστερα ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο καΐκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)



Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, με θέμα τους εκ των πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους.

Επαινώ μεν τον πόθο της φιλομαθείας, αποδέχομαι δε τον βαθμόν της φιλοθεΐας. Και γνωρίζω ποιος σας εμφύτευσε τον εξαίρετον αυτόν ζήλο. Γνωρίζω τον εκπαιδευτή της αρετής σας, τον πατέρα και συγχρόνως ποιμένα και ιατρόν και κυβερνήτην. Αυτόν που διαπρέπει στην ευαγγελική ζωή, και πνέει χάριν αποστολικήν. Αυτόν ο οποίος σας χειραγωγεί προς τους ουρανίους λειμώνες με πνευματικά σαλπίσματα, ως θησαυρός πνευματικών εννοιών που είναι. Την έμψυχον εικόνα της φιλανθρωπίας, αυτόν που υπερέβη την πραότητα του νόμου και είναι ανίκητος από τον θυμόν, λάμπει δε από σοφία, και στεφανώνεται με αρετές.

Αλλά πολύς ο πλούτος της αποστροφής σας κατά του θανάτου, και το πλάτος της φιλομαθείας σας, όπως είπα. Κι εγώ πώς να σας παραθέσω το πτωχό μου γεύμα; Πώς να χορτάσω με τις μικρές δυνατότητες του λόγου μου την άπληστο κοιλία της ακοής σας; Πώς θα επαρκέσει γλώσσα πτωχή να ευφράνει τόσον λαό; Ή, για να χρησιμοποιήσω επίκαιρα τα λόγια των Αποστόλων: «Πόθεν ημίν εν ερημία άρτοι τοσούτοι;», ώστε πάλιν ο πλούσιος Δεσπότης, απαλλάσσοντας από την πτωχεία, να χαρίσει την αφθονία;

«Ηκολούθει», λέγει, «όχλος πολύς τω Σωτήρι». Ακολουθούν τον ποιμένα τα πρόβατα, οι ασθενείς τον διώκτη των ασθενειών τους, οι δούλοι τον ελευθερωτήν των ψυχών. Ευρήκαν μίαν οδόν απλανή, και όλοι σ’ αυτή συνέρρεαν. Όποιος ήθελε τον ακολουθούσε, ο άρρωστος απηλλάσσετο από το νόσημά του. Είχε αναβλύσει πηγή φιλανθρωπίας και όλοι απελάμβαναν.

Απορροφημένοι, λοιπόν, παρέτειναν την οδοιπορία μέχρι την έρημο. Τον παλαιό καιρό, όταν ο Θεός νομοθετούσε δια του Μωϋσέως στην έρημο, είχε περιβάλει το όρος Σινά με φωτιά, και οι φλόγες εξηκοντίζοντο στον ουρανό. Φόβος και ζόφος μαζί με σάλπιγγες και αλαλαγμούς κατέπλητταν εκείνους που παρακολουθούσαν. Αλλά τώρα ο Δεσπότης, αφήνοντας τον φόβο, περιεβλήθη μορφήν δούλου, δεικνύοντας τη φιλανθρωπία του με την πρόσληψη ανθρωπίνης φύσεως. Και παλαιά μεν η γη είχε ακούσει: «Εξαγαγέτω η γη βοτάνην χόρτου», ενώ τώρα την τράπεζα που εστρώθη στο έδαφος, την γεμίζει με αγαθά ο ίδιος ο Δεσπότης.

Παίρνοντας λοιπόν ο Κύριος τους ιχθύς, αφού εστράφη προς τον ουρανόν τους ευλόγησε. Άραγε ζητεί ωσάν να έχει ανάγκη; Άραγε υψώνοντας το βλέμμα καλεί σε βοήθεια τον ουρανό; Άραγε από αλλού αντλεί τη δύναμη της ευεργεσίας, και δίδει λαβή στον Άρειο, και οπλίζει τη γλώσσα του Ευνομίου για να εκτοξεύσουν τις βλασφημίες τους κατά του Υιού; Όχι βέβαια, αλλά προλαμβάνει τα εγκλήματα των Ιουδαίων. Επειδή ο Ιουδαίος πάντοτε ερευνά για αιτίες, και από αυτά που απολαμβάνει αλιεύει κατηγορίες. Επειδή λοιπόν κάποτε ο Θεός χορήγησε στην έρημο το μάννα στους Ισραηλίτες, και σε εκείνους που εβάδιζαν στη γη είχε απλώσει ουράνια τράπεζα, και εδίδαξε την πέτρα να μιμηθεί τα νέφη εξάγοντας ύδωρ απ’ αυτήν, ήκουσε δε, αντί για ευχαριστίες, λόγια αχάριστα: «Επεί επάταξε πέτραν και έρρευσαν ύδατα, μη και άρτον δύναται δούναι;» —έπειδη εκτύπησε τον βράχο και εξεχύθησαν ύδατα, μήπως ημπορεί να μας δώσει και άρτο; Γι’ αυτό λοιπόν ο Χριστός στα εγγόνια τους, για να μην πάρουν το μέγεθος του θαύματος σαν πρόφαση για συκοφαντία, ότι προσπαθεί δήθεν να δείξει ότι είναι μεγαλύτερος αυτός από τον Πατέρα, και επινοήσουν πάλι τη συνηθισμένη συκοφαντία της αντιθεΐας, αναθέτει το κατόρθωμα στον Πατέρα, υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, αρπάζοντας την κατηγορία από τις ιουδαϊκές γλώσσες. Διότι έτσι μεταχειρίζεται πάντοτε ο Χριστός τις ιουδαϊκές πονηρίες. Έτσι τότε που εθεράπευσε τον λεπρό και εκήρυξε με εξουσία τη φυγή του πάθους, παρέπεμψε στο νόμο αυτόν που ηλευθερώθη από τη νόσο, λέγοντας: «προσένεγκε το δώρον σου τω ιερεί εις μαρτύριον» —ας γίνει δηλαδή μάρτυρας της θεραπείας ο νόμος και ας φραγεί η γλώσσα της παρανομίας. Γι’ αυτό και τώρα υψώνει το βλέμμα στον ουρανό, αποστομώνοντας τον κατήγορο της αντιθεΐας. Αλλά εκτός αυτού και εκπαιδεύοντας τους ανθρώπους που κάθονται για φαγητό, να γνωρίζουν καλά τον αίτιο της απολαύσεως. Επειδή είναι ομολογία το να βλέπει κανείς στον ουρανό.

«Λαβών τοίνυν τους άρτους, έδωκε τοις μαθηταίς δούναι τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Ω, τι πράγματα συνέβαιναν τότε! Οι άρτοι εγεννούσαν άρτους, και εγέμιζαν τα χορταρένια τραπέζια αυτοσχέδιες τροφές. Άρτοι ελεύθεροι από γεωργικούς ιδρώτες, που δεν εβλάστησαν από στάχια, αλλά άνθησαν από χέρια Δεσποτικά, μολονότι πολλά προϋποθέτει η ανθρώπινη τροφή: το όργωμα της γης, τη σπορά από τους γεωργούς, τη μεταβολή των αέρων σε νέφη, τη γέννηση βροχής, την κατάλληλη υγρασία γης και ατμοσφαίρας, τις αλλαγές θερμοκρασίας, τις εναλλαγές της σελήνης, τις νύκτες με τα αστέρια που τρεμοσβήνουν, τη βλάστηση των σταχιών, την έγκαιρη ωρίμανση των καρπών, την ταλαιπωρία του αλωνίσματος, τη συνεργασία του μύλου, την αφαίρεση του περιττού, το έντεχνο πλάσιμο και την απαραίτητη συμμετοχή της φωτιάς. Αυτά τα πραγματοποίησε τώρα όλα μαζί ο Κύριος μόνο με το άγγιγμα του χεριού του, αφού παρευρίσκετο εμπρός τους αυτός που διεγείρει την κοιλία της γης προς καρποφορίαν. Παρευρίσκετο αυτός που περιβάλλει τον ουρανό με νεφέλες. Παρευρίσκετο αυτός που έχει δωρίσει στους θνητούς τη σοφία της τέχνης. Παρευρίσκετο «ο φέρων άπαντα τω ρήματι του στόματος αυτού».

Παρευρίσκετο εκεί επιβεβαιώνοντας την παρουσία του με τη σάρκα που εφορούσε. Έδειξε με ένα